
Η ποιητική συλλογή του Γεωργίου Δροσίνη, με το συμβολικό τίτλο « Θα Βραδιάζη» (1915-1922) και υπότιτλο:
Ξημέρωσε όταν έφυγα
Και τώρα έχει βραδιάση,
Κυκλοφόρησε στην Αθήνα, το 1930, από τον εκδοτικό οίκο Ι.Ν. Σιδέρη.
Η συλλογή περιλαμβάνει 86 ολιγόστροφα ποιήματα- εκ των οποίων τέσσερα είναι σονέτα-, με μετρική ποικιλία, κυρίως τροχαϊκούς ενδεκασύλλαβους, εναλλασσόμενους με δεκασύλλαβους, και ομοιοκαταληξία του τύπου αβγβ, με λογική αλληλουχία μεταξύ τους, σε γλώσσα απλή δημοτική, με λέξεις που λειτουργούν ποιητικά, ως φορείς βιωμάτων, και ύφος απλό και ανεπιτήδευτο. Όλα σχεδόν τα ποιήματα αποτελούν ύμνο προς την αμέριμνη ειδυλλιακή ζωή του
Χωριού και τις ασύγκριτες ομορφιές του, σε όλες τις εποχές του έτους και διαπνέονται από τη γνήσια νοσταλγία του ποιητή για τη φύση, όπως τη γνώρισε στη νεανική του ηλικία. Μια σειρά συνθεμάτων, με ηθογραφικό χαρακτήρα και νοσταλγική- ονειρική διάθεση, δίκην ζωγραφικών πινάκων, που σχηματίζουν μια ενότητα, με ένα πλήθος εικόνων, που προβάλλονται, υπό το πρίσμα της γραφικότητας και του ειδυλλίου, και εκτυλίσσονται, οργανικά και αρμονικά συνδεδεμένες μεταξύ τους, αναγκαίες, όπως τα επεισόδια ενός έργου.
« Και στης ζωής τους πιο βαρείς χειμώνες
Αλκυονίδες μέρες καρτερώ.»
Επίσης, ο ποιητής απευθύνεται στην αγαπημένη- ανώνυμη- γυναίκα, οδηγώντας την στην εξοχή, καλώντας και τους αναγνώστες, να γνωρίσουν τις απαράμιλλες ομορφιές της αγροτικής ζωής, σε όλες τις εκφάνσεις της. Χώρος δράσης είναι το κλασικό ελληνικό χωριό, ειδικότερα, όμως, το χωριό Γούβες, της επαρχίας Ιστιαίας, στη Βόρεια Εύβοια, με τον ιδιόκτητο πατρογονικό Πύργο του ποιητή, βαρύ και επιβλητικό, όπου ο Δροσίνης έζησε τα εφηβικά και μετεφηβικά του χρόνια, τους θερινούς μήνες, και αποτελεί πηγή έμπνευσης του μεγαλύτερου μέρους του ποιητικού και πεζογραφικού του έργου, εξόχως βιωματικού: Αγροτικαί Επιστολαί, Αμαρυλλίς, Το βοτάνι της αγάπης, Το μοιρολόγι της όμορφης. Σε όλα αυτά τα έργα απεικονίζεται έντονα η αγάπη του ποιητή για τη φυσική ζωή στην ευβοϊκή ύπαιθρο, που χαρίζει απλόχερα το αίσθημα της πληρότητας και απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη μάταιη επιδίωξη εφήμερων απολαύσεων.
« … Το Ωραίου προσκύνημα η θρησκεία σου
Του Ωραίου ψαλμός η προσευχή σου»
Επιπλέον, η νοσταλγία του ποιητή, ανθρώπου της πολιτείας, για τη ζωή του στο χωριό είναι έντονη, αυτή τον κάνει να γυρίσει πίσω, ύστερα από πολλά χρόνια, συγκινημένης ευφορίας των θαλερών του γηρατειών, και να υμνήσει, με ιδιαίτερη ευαισθησία, την ομορφιά της φύσης, αλλά και τη δροσιά της νιότης και του έρωτα στις Γούβες τις « τρισευλογητές» , που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στη ζωή και στο έργο του.
Συνοψίζοντας, γέρος πια ο Δροσίνης, στην οικία του στην Κηφισιά, που φέρει το όνομα « Αμαρυλλίς» εξομολογείται: « Προφητικά λόγια: Βρήκα πολλά ωραία κ’ αλλού στης ζωής μου το μακρύ δρόμο. Αλλά το Ωραίο δεν το βρήκα πουθενά. Κι η νοσταλγία μου αγιάτρευτη μ’ έκανε να γυρίσω πίσω, ύστερα από σαράντα χρόνια, με τα τραγούδια του Θα Βραδιάζη, όταν φαντάσθηκα πως βρήκα την άξια συντρόφισσα για το γυρισμό.
Κι ως την ώρα αυτή, που σκυμμένος στο χαρτί μου γράφω, βαρύς από τα χρόνια στο κατηφόρισμα της ζωής, το λέω αποφασιστικά: Aν, καθώς στο γέρο Φάουστ, παρουσιάζονταν μπροστά μου ο Μεφιστοφελής και με ρωτούσε σαν τι θέλω να μου δώσει πληρωμή για να του πουλήσω την ψυχή μου, θα του έλεγα χωρίς δισταγμό: -Κάνε με πάλι δεκαοκτώ χρονών παλικάρι και πήγαινε με στον Πύργο των Γουβών, όπως ήταν κι αυτός και τα περίγυρα του όταν πρωτοπήγα εκεί».
~Ευφροσύνη Λούζη~













Add Comment