Η «Nora: The Hell’s House» συνομιλεί θαρραλέα με τον Νόρα ή Το Κουκλόσπιτο και τον Φάουστ, στήνοντας μια σκηνική παρτίδα όπου η σιωπή βαραίνει όσο και οι λέξεις.
Η σκηνοθεσία κινείται με πειθαρχημένη λιτότητα, αφήνοντας χώρο στις ιδέες να αναπνεύσουν· δεν επιβάλλεται, αλλά υπονομεύει διακριτικά τη βεβαιότητα του θεατή. Ο ρυθμός, σχεδόν υπόγειος, χτίζει μια αίσθηση ασφυκτικής αναμονής, σαν μια πόρτα που τρίζει πριν ανοίξει – ή πριν κλείσει για πάντα.
Στις ερμηνείες, η Νόρα αποφεύγει εύστοχα τον εύκολο ηρωισμό και φωτίζεται ως εύθραυστος αλλά αποφασισμένος άνθρωπος, με εσωτερικές ρωγμές που γίνονται δύναμη. Ο Τόρβαλντ αποδίδεται με μια ψυχρή, σχεδόν αδιόρατη ακαμψία, ενσαρκώνοντας την τυφλή πίστη στην «τάξη». Ξεχωρίζει ο Κρόγκσταντ, που αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση: δεν απειλεί, αποκαλύπτει — κι αυτή η επιλογή δίνει στην παράσταση τον πιο ενδιαφέροντα παλμό της.
Συνολικά, μια δουλειά στοχαστική και υπόγεια ανήσυχη, που δεν φωνάζει — αλλά σε ακολουθεί σιωπηλά μέχρι το σπίτι. Και κάπου εκεί, ίσως, αρχίζει το πραγματικό της έργο.




















Add Comment