Το Blue Train δεν είναι απλώς μια παράσταση· είναι μια διαδρομή ενηλικίωσης που κάνει στάσεις εκεί όπου πονάμε περισσότερο. Στις φιλίες που δοκιμάζονται, στους έρωτες που δεν εξελίχθηκαν όπως τους φανταστήκαμε, στις ετεροφυλικές σχέσεις που φθείρονται από τη σιωπή, αλλά και στις ομοερωτικές που παλεύουν ακόμη με τα βλέμματα, τα στερεότυπα, τις ανομολόγητες φοβίες. Όλες οι μορφές αγάπης μπαίνουν στο ίδιο βαγόνι — χωρίς ιεραρχία, χωρίς φίλτρα.
Ο Μιχάλης στέκεται λίγο πριν τα 45 του σαν άνθρωπος που συνειδητοποιεί πως ο χρόνος δεν είναι απειλή· είναι καθρέφτης. Ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης δίνει σε αυτή τη ρωγμή σάρκα και παλμό, ισορροπώντας με φυσικότητα ανάμεσα στην αυτοειρωνεία και στην υπαρξιακή αγωνία. Η Μαρία Αλιφέρη, με τη γνώριμη ζεστασιά και τη σκηνική της ωριμότητα, ενσαρκώνει μια μητέρα που αγαπά, αλλά και ασφυκτιά μέσα στις προσδοκίες της. Ο Γιάννης Τσουμαράκης στέκεται ουσιαστικός, γειωμένος, με μια εσωτερική ένταση που λειτουργεί σαν αντίβαρο. Η Μαριλού Κατσαφάδου και ο Λάμπρος Κωνσταντέας φέρνουν φρεσκάδα και ευαισθησία, αποτυπώνοντας χαρακτήρες που δεν ζητούν αποδοχή — απαιτούν χώρο.
Ιδιαίτερα στις σκηνές της σχέσης ανάμεσα στους δύο άντρες, η παράσταση ακουμπά με λεπτότητα το ζήτημα της ομοφοβίας. Χωρίς κραυγές, χωρίς διδακτισμό. Με βλέμματα που μένουν, με παύσεις που βαραίνουν, με την απλή, αδιαπραγμάτευτη αλήθεια ότι η αγάπη δεν χωρά σε καλούπια. Κι εκεί το έργο γίνεται βαθιά πολιτικό — όχι γιατί φωνάζει, αλλά γιατί εκθέτει.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Σουλεϊμάν κρατά έναν ρυθμό σχεδόν μουσικό, ποτισμένο με τη νοσταλγία των 90s, σαν ένα τραγούδι που κάποτε χόρευες ανέμελα και τώρα το ακούς αλλιώς. Πιο ώριμα. Πιο γυμνά.
Το Blue Train δεν υπόσχεται δεύτερες ζωές. Υπενθυμίζει όμως πως η πρώτη — αυτή που ήδη ζούμε — απαιτεί θάρρος. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο γενναίο βήμα ενηλικίωσης.














Add Comment