«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί. Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,- η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -. Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα. Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον. Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον. Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον θυμηθείτε το: αν η ελευθερία δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,/ εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας.» έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος στο συγκλονιστικό ποίημά του «Σκοπευτήριο Καισαριανής».

Κι ήταν ένας μόνον από τους πολλούς ποιητές, στιχουργούς, συνθέτες, ερμηνευτές, σκηνοθέτες, εικαστικούς που ύμνησαν μέσω της τέχνης τους την περήφανη θυσία των 200 Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων – αγωνιστών που στάθηκαν αγέρωχα μπροστά στα όπλα των Γερμανών κατακτητών την Πρωτομαγιά του 1944, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Μπορεί οι ήρωες της Καισαριανής να απέκτησαν για πρώτη φορά πρόσωπο μέσα από τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που εμφανίστηκαν προ ημερών σε διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών, όλα αυτά τα χρόνια όμως δεν ξεχάστηκαν. Μνημονεύονταn, δοξάζονταν και συστήνονταν από γενιά σε γενιά μέσα από υπέροχα τραγούδια και ποιήματα, ταινίες και εικαστικά έργα.
«Το μπλόκο της Καισαριανής»
Μίκης Θεοδωράκης, Νότης Περγιάλης
«Ποιόνε να κλάψω πρώτονε/ ποιόν να τραγουδήσω πρώτονε/ στο μπλόκο στη Καισαριανή/ που γίνηκε μια Κυριακή πρωί με τη δροσούλα./ Γιώργη με τη γλυκειά φωνή/ με τις φαρδιές τις πλάτες/, πες μου την ύστερη στιγμή/ τι βρήκες και τραγούδησες/ και τάραξες τη γειτονιά/ ως πέρα στο Παγκράτι./ Λευτέρη με τα γαλανά/ τα μάτια και την ομορφιά/ τους τοίχους που μπογιάτιζες/ πες μου την ύστερη στιγμή/ τι βρήκες και ζωγράφισες/ και το κοιτάν στη γειτονιά/ και κλαίνε στο Παγκράτι Γιάννη καλέ, Νίκο αδελφέ, Δημήτρη καροτσέρη, π’ άφησες έρμο τ’ άλογο, να τριγυρνά στους δρόμους και το κοιτάν στην γειτονιά/ και κλαίνε στο Παγκράτι»: Οι μελοποιημένοι από τον Μίκη Θεοδωράκη στίχοι του Νότη Περγιάλη, από το τραγούδι «Το μπλόκο της Καισαριανής» γράφτηκαν για τη θεατρική παράσταση του 1974 «Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή» και ηχογραφήθηκαν δύο χρόνια αργότερα με τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου.
«Σαββατόβραδο στην Καισαριανή»
Σταύρος Ξαρχάκος – Λευτέρης Παπαδόπουλος
«Tάχα τι να ζήλεψαν στα χλωμά σου μάτια/ που ʼγιωμαν τʼ απόβραδο γλύκα πρωινή,/ κι ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια/ κάποιο Σαββατόβραδο στην Kαισαριανή. Κι όλα γίναν κεραυνός/ πελαγίσια αρμύρα/ Κι όλα γίναν κεραυνός
και πικρό, πικρό ψωμί»: Πέρα από το γεγονός ότι διαθέτει μια από τις ωραιότερες μουσικές εισαγωγές που έχουν γραφτεί ποτέ, το τραγούδι αυτό του Σταύρου Ξάρχάκου, που ερμήνευσε για πρώτη φορά δισκογραφικά, το 1965, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, συνδέεται με μια προσωπική ιστορία του στιχουργού του, Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Το 1965 κάνει εκτάκτως εισαγωγή στο νοσοκομείο για επέμβαση αφαίρεσης σκωληκοειδίτιδας. Όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος, ο φόβος τον κυριεύει και πιστεύει πως δεν θα καταφέρει να βγει ζωντανός από το χειρουργείο. Νιώθει σαν να τον οδηγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, συνειρμικά έρχονται στο μυαλό του τα παλληκάρια που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή κι αρχίζει παθιασμένα να γράφει στίχους: «Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει, σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά…».
Λίγες ημέρες μετά οι στίχοι βρίσκονται στα χέρια του μέγα Ξαρχάκου ο οποίος παντρεύει αριστοστεχνικά δύο διαφορετικούς μουσικούς ρυθμούς, το χαπάπικο και το ζεϊμπέκικο, κι φτιάχνει ένα αριστούργημα. Η λογοκρισία όμως θα κόψει το ένα από τρία συνολικά κουπλέ του τραγουδιού που περιελάμβανε τη φράση «Κάτω οι Γερμανοί».
Federico Garcia Lorca
Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Καββαδίας
«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω/Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό./Στον τοίχο της καισαριανής μας φέραν από πίσω/ Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό/ Μακάρι να ευοδωθεί αυτό που επιχειρείται…»: Στον ιστορικό δίσκο του «Ο Σταυρός του Νότου», που κυκλοφόρησε το 1979, ο ιδιοφυής Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί μεταξύ άλλων στίχων του Νίκου Καββαδία και τους παραπάνω με τους οποίους ο ποιητής ενώνει τους αγώνες των Ελλήνων και των Ισπανών περνώντας ένα ηχηρό οικουμενικό μήνυμα εναντίον του φασισμού. Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού θα γίνει από τον Γιάννη Κούτρα.
«Δεν θέλω να μού δέσετε τα μάτια»
Χρήστος Λεοντής, Κώστας Βίρβος
Είναι 1944 και ο στιχουργός Κώστας Βίρβος βρίσκεται στα κρατητήρια μετά τη σύλληψή του ως μέλος της ΕΠΟΝ. Εκεί μαθαίνει για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην πλειοψηφία τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και συγκλονισμένος γράφει τους στίχους «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια/ Τον ήλιο π’ ανατέλλει να χαρώ/Κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια/Εσείς πεθαίνετε κι όχι εγώ». Αυτό είναι ένα από τα δέκα συνολικά τραγούδια της «Καταχνιάς» του εμβληματικού δίσκου του Χρήστου Λεοντή, με ερμηνευτές τον Στέλιο Καζαντζίδη και την Μαρινέλλα, που κυκλοφόρησε το 1964. Η δωρική ανάγνωση του Δημήτρη Μυράτ στα κείμενα του στιχουργού που επιμελήθηκε ο Νικηφόρος Βρεττάκος προσθέτουν ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση στο τελικό αποτέλεσμα ενώ το εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου βάζει την τελική πινελιά σε αυτό το διαχρονικό μουσικό έργο τέχνης.
Οι διακόσιοι της Καισαριανής
Γιώργος Μητσάκης, Γιώργος Καλαμαριώτης
«Διακόσιοι στην Καισαριανή/και μίκραινε ο κόσμος/διακόσιοι γείρανε στη γης/παλιάς πληγής ο πόνος/διακόσιοι στην Καισαριανή/ κι έμεινε ο κόσμος μόνος» τραγουδά η Ρένα Κουμιώτη στο ζεϊμπέκικο αυτό του Γιώργου Μητσάκη, σε στίχους Γιώργου Καλαμαριώτη, κατά κόσμον Γιώργο Μπέρτσο, που κυκλοφόρησε το 1973.
«Το τελευταίο σημείωμα»
Παντελής Βούλγαρης

«Θάνατος στους Ναζί. Ζήτω η αδούλωτη Αθήνα!» φωνάζει ατρόμητα και περήφανα, στα γερμανικά, ένας από τους Έλληνες μελοθάνατους πατριώτες, δευτερόλεπτα πριν πέσει νεκρός από τα πυρά των Ναζί, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Πρόκειται για την πιο συγκλονιστική σκηνή από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα», σε σενάριο του ίδιου και της Ιωάννας Καρυστιάνη, που βγήκε στις σκοτεινές αίθουσες το 2017. Το κεντρικό πρόσωπο, που υποδύεται ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, είναι ο 34χρονος μικρασιατικής καταγωγής Κρητικός Ναπολέων Σουκατζίδης, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936, ο οποίος υποχρεώνεται να εκτελεί χρέη διερμηνέα επειδή ξέρει γερμανικά. Ενώ το όνομα του βρίσκεται μεταξύ των 200 που πρόκειται να εκτελεστούν στην Καισαριανή τού δίνεται, χαριστικά, η δυνατότητα, να ανταλλάξει τη θέση του με κάποιον άλλο. Πώς αντιδρά κανείς σε ένα τέτοιο δίλλημα ζωής και θανάτου;

Τα χαρακτικά του Τάσσου
Από τις πλέον χαρακτηριστικές απεικονίσεις της μαζικής εκτέλεσης στην Καισαριανή είναι αυτές στα έργα του σημαντικού χαράκτη Τάσσου. Ο κομμουνιστής εικαστικός, στέλεχος του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ κατά την περίοδο ’40 – ΄44, δραστηριοποιήθηκε ενεργά στον αντιστασιακό τύπο και φυλακίστηκε από το ναζιστικό καθεστώς. Η αποτύπωση στα χαρακτικά του των ηρώων της Καισαριανής, με τα στητά κορμιά, το περήφανο βλέμμα και την υψωμένη γροθιά, αποτελεί, επί δεκαετίες ολόκληρες, ζωντανό ενθύμιο μιας από τις πιο σκοτεινές αλλά και τις πιο γενναίες συνάμα στιγμές της ελληνικής ιστορίας.
Πηγή www.protothema.gr
















Add Comment