Τον Απρίλιο του 1919, 107 χρόνια πριν, η Ελλάδα λάμβανε την εντολή από τους Συμμάχους να αποβιβαστεί στη Μικρά Ασία. Τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη στις 2/15 Μαΐου 1919, ωστόσο δέχτηκαν πυρά από το Διοικητήριο. Υπήρξαν εκατοντάδες θύματα από τη συμπλοκή που ακολούθησε. Αυτά τα γεγονότα σκίασαν την πανηγυρική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί από τους χιλιάδες Έλληνες της Σμύρνης και αποτέλεσαν ένα κακό προμήνυμα για ό,τι θα ακολουθούσε…
Οι διπλωματικές ενέργειες του Ελ. Βενιζέλου
Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου προκάλεσε ενθουσιασμό στα κράτη της Αντάντ. Ο Βενιζέλος αισθανόταν δικαιωμένος γιατί έβαλε την Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό των νικητών. Έφτασε όμως στα άκρα με τον με τον “εθνικό διχασμό”. Η καθυστερημένη είσοδος της χώρας μας στον Α’ ΠΠ, παρά τη σημαντική συμβολή της, την έφερε σε μειονεκτική θέση μετά το τέλος του. Υπήρχαν χώρες, με κυριότερη την Ιταλία, που θεωρούσαν αμελητέα την ελληνική συνεισφορά. Αυτό δημιούργησε προβλήματα στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1918 έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Λονδίνο επιδιώκοντας να εξασφαλίσει τη βοήθεια των Βρετανών.

Μάλιστα είχε εκθέσει ήδη στον Βρετανό ομόλογό του Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ τα ελληνικά αιτήματα. Στις 2/11/1918 έστειλε επιστολή στον Βρετανό με την οποία έθετε ευθέως θέμα ελληνικής επέκτασης στη Μικρά Ασία. Στη συνέχεια, πήγε στο Παρίσι για να προετοιμαστεί για τη “Συνδιάσκεψη της Ειρήνης”. Μάλιστα υποδεχόταν στο ξενοδοχείο που διέμενε και χαμηλόβαθμους διπλωμάτες δημιουργώντας έτσι εξαιρετικές εντυπώσεις σε πολλούς, όπως στον Βρετανό Νίκολσον. Στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918 υπέβαλλε στη Συνδιάσκεψη ένα υπόμνημα με τις ελληνικές διεκδικήσεις, που είχε τον τίτλο: “Η πλήρης νίκη των Συμμάχων και εταίρων (σημ: με την έννοια του συνεταίρου) κρατών παρέχει την ευκαιρίαν του καθορισμού των πολιτικών συνόρων των ευρωπαϊκών κρατών βάσει ή τουλάχιστον κατά πλησιεστέραν προσέγγισιν των ορίων των εθνικών τους περιοχών. Τοιουτοτρόπως θα δημιουργηθεί η απαραίτητος βάσις της Κοινωνίας των Εθνών”.

Οι ελληνικές αξιώσεις
Η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης. Αυτό αποτελούσε μύχιο πόθο του Βενιζέλου από το 1917, τουλάχιστον. Όπως αναφέρει ο Χρήστος Ζαλοκώστας, φίλος και βιογράφος του βασιλιά Αλέξανδρου, που διαδέχθηκε την αποπεμφθέντα πατέρα του Κωνσταντίνο, σε συζήτηση που είχε με τον νεαρό βασιλιά ο Βενιζέλος, τον Σεπτέμβριο του 1917, του είπε, μεταξύ άλλων τα εξής:
“Αν με άφηναν ήσυχο, είμαι ικανός να πάρω την Πόλη. Όταν σας υπόσχομαι την Πόλη, θεωρήστε το όχι σαν λόγια της στιγμής αλλά ως αρραβώνα μεταξύ μας. Θα σας πάω στην Κωνσταντινούπολη”. Ο Αλέξανδρος, οι σχέσεις του οποίου με τον Βενιζέλο ήταν αρχικά ψυχρές (μάλιστα αποκαλούσε τον Κρητικό πολιτικό “Σατανά”) είπε στον Ζαλοκώστα μετά τη συνάντησή του με τον Βενιζέλο: “Ο άνθρωπος αυτός οραματίζεται. Και όμως έχει τόση δύναμη οραματισμού ώστε πίστευες όσα ονειρεύεται. Ακόμα περισσότερο, επιβάλλει στους άλλους να το πιστέψουν. Όταν έφυγε από το παλάτι έκανα τον σταυρό μου και είπα: “Μακάρι να βγει αληθινός”.
Στην περίπτωση που αυτό δεν γινόταν πρότεινε τη σύσταση ενός ανεξάρτητου κράτους που θα περιλάμβανε τον Βόσπορο, τα Δαρδανέλια και την Προποντίδα, και θα τελούσε υπό την κυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών. Γινόταν επίσης λόγος για τα Δωδεκάνησα (με το Καστελλόριζο), τη Βόρειο Ήπειρο, τη Δυτική Θράκη και τη δυτική Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος δεν διεκδικούσε ολόκληρη τη Μικρά Ασία, αλλά μια ζώνη που εκτεινόταν από τη Μάκρη μέχρι την περιοχή της Πανόρμου (στην Προποντίδα). Ως προς το Ποντιακό ζήτημα, πρότεινε την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία, σε ενιαίο κράτος.

Γενικά, η στάση του Βενιζέλου στο Ποντιακό ήταν ασταθής. Όπως γράφει ο Γεώργιος Ρούσσος, η πρόταση αυτή του Βενιζέλου προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων, που προσπάθησαν να παρέμβουν μέσω του Χρύσανθου, Μητροπολίτη Τραπεζούντος. Οι Έλληνες του Πόντου είχαν από νωρίς το αίτημα για σύσταση ενός, δεύτερου, ελληνικού κράτους στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ως μοναδικής δυνατότητας επιβίωσης του ελληνισμού της περιοχής.
Τον Οκτώβριο του 1917, ο Κ. Κωνσταντινίδης, ένας από τους ηγέτες του Ποντιακού κινήματος και πρόεδρος της οργάνωσης στη Μασσαλία ενημέρωσε τον Βενιζέλο, που φάνηκε διστακτικός. Τελικά προκρίθηκε η λύση της Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας και τον Ιανουάριο του 1920 από τον Μητροπολίτη Χρύσανθο και τον Πρόεδρο της Αρμενικής Δημοκρατίας Χατισιάν υπογράφηκε η σχετική συμφωνία. Συμφωνήθηκε επίσης στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας για την προστασία του Πόντου από τα τουρκικά στρατεύματα. Η άρνηση των Άγγλων να επιτρέψουν την εφαρμογή του στρατιωτικού μέρους της συμφωνίας και τη συγκρότηση εθνικών ποντιακών ταγμάτων συντέλεσε στην ήττα των Αρμενίων στο Ερζερούμ, στη συνθηκολόγησή τους με τον Κεμάλ (Δεκέμβριος 1920) και στην εγκατάλειψη του ποντιακού πληθυσμού στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων.
Οι εργασίες ξεκίνησαν επίσημα στις 5/18 Ιανουαρίου 1919 και ολοκληρώθηκαν στις 12 Μαΐου (νέο ημερολόγιο) του ίδιου έτους. Στη Συνδιάσκεψη, οι βασικές αρχές λειτουργίας της καθορίστηκαν από το “Ανώτατο Συμβούλιο” ή “Συμβούλιο των Δέκα” (Πρόεδρος και ΥΠΕΞ ΗΠΑ, Πρωθυπουργός και ΥΠΕΞ Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας και δύο Ιάπωνες αντιπρόσωποι). Στις 24 Μαρτίου κυρίαρχο όργανο της Συνδιάσκεψης έγινε το “Συμβούλιο των Τεσσάρων” (Πρόεδρος των ΗΠΑ και πρωθυπουργοί Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας).
Στη Συνδιάσκεψη συμμετείχαν 32 χώρες. Μετά τη λήξη της οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν ως τον Αύγουστο του 1920, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές, για την κατάρτιση επιμέρους συνθηκών σύμφωνα με τις ληφθείσες αποφάσεις. Ο Βενιζέλος επικέντρωνε τις διεκδικήσεις του στη Μ. Ασία, ενώ στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του απέφευγε να αναφερθεί στη Βόρειο Ήπειρο και την Κύπρο. Στον Βρετανό διπλωμάτη Nicolson είχε πει ότι η Ελλάδα θα εύρισκε το πραγματικό της μέλλον, μόνο από τη στιγμή που θα δρασκέλιζε (περνούσε) το Αιγαίο.

Πολλοί έχουν γράψει ότι η απελευθέρωση της Μ. Ασίας ήταν παιδικό του όνειρο. Μάλιστα, όταν ήταν φοιτητής είχε κρεμάσει έναν χάρτη πάνω στο γραφείο του, στον οποίο εντός των συνόρων της Ελλάδας περιλαμβανόταν η Κωνσταντινούπολη, η Ιωνία, τα Δωδεκάνησα και η Βόρεια Μακεδονία. Αντίθετα, ο Γεώργιος Βεντήρης θεωρεί ότι η σκέψη για τη Μικρά Ασία ωρίμασε αργά στον Βενιζέλο. Φαίνεται πάντως, ότι ενώ στην αρχή του Α΄ ΠΠ ο Κρητικός πολιτικός δεν φαινόταν να έχει βλέψεις για την Ιωνία, καθώς οι ελληνικοί πληθυσμοί εκεί ήταν διασκορπισμένοι, σταδιακά άλλαξε στάση, κυρίως λόγω της ιταλικής επεκτατικής πολιτικής.
Οι Ιταλοί θεωρούσαν ότι το Μικρασιατικό είχε λυθεί με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1915) και τη Συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μοριένης (1917), καθώς και οι δύο ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές γι’ αυτούς. Βέβαια, οι Ιταλοί αγνοούσαν ότι οι Αγγλογάλλοι είχαν μοιράσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1916 με τη Συμφωνία Sykes- Picot, εν γνώσει της Ρωσίας. Όμως, η επικράτηση των Μπολσεβίκων και η ενεργός εμπλοκή των Ιταλών οδήγησαν στην τροποποίηση των όρων της Συμφωνίας. Η παρουσία του Βενιζέλου στη Συνδιάσκεψη ήταν εξαιρετική.
Έκανε μια φιλοφρόνηση στην Lloyd George, που ήταν Ουαλός, στη γλώσσα της ιδιαίτερης πατρίδας του, μίλησε με κολακευτικά λόγια για το έργο των Αμερικανών δασκάλων στη Βόρειο Ήπειρο για να προσεγγίσει τον αλλοπρόσαλλο Ουίλσον, ενώ συγκίνησε τους πάντες με τις φωτογραφίες Δωδεκανησίων σφουγγαράδων. Σε τηλεγράφημά του στις 4/2/1919, στον στενό του συνεργάτη Εμμανουήλ Ρέπουλη τόνιζε ότι θα δοθούν στην Ελλάδα η Σμύρνη και οι Κυδωνίες (Αϊβαλί), η Κύπρος και τα Δωδεκάνησα, με θυσίες ενός ή δύο νησιών και της μισής Βορείου Ηπείρου, που τις θεωρούσε απαραίτητες. Ένα ξαφνικό πρόβλημα παρουσιάστηκε όταν το Βατικανό, που τότε δεν ήταν καν κράτος ζήτησε να του αποδοθεί ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη! Επρόκειτο για εξωφρενικό αίτημα, καθώς το Βατικανό θα κατείχε μία περιοχή νευρολογικής σημασίας και ήταν αβέβαιο αν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη φρούρησή της. Η προσπάθεια αυτή ναυάγησε.

Στο θέμα της Μικράς Ασίας η Ελλάδα είχε ισχυρότερους αντιπάλους τους Ιταλούς. Οι τελευταίοι φρόντισαν με μια σειρά ενεργειών τους να προκαλέσουν την οργή των άλλων Συμμάχων. Τον Μάρτιο του 1917 έστειλαν 17.000 στρατιώτες στην Αττάλεια που έφτασαν μέχρι το Ικόνιο. Παράλληλα απέκτησαν τον έλεγχο των ακτών του ΝΑ Αιγαίου, με επίκεντρο το Αλικαρνασσό. Εκεί, αλλά και στην Αττάλεια, Ιταλοί αξιωματικοί και οπλίτες προέβησαν σε αυθαιρεσίες εξοργίζοντας κυρίως τους Αμερικάνους. Πολύ σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε και η αποκάλυψη σχεδίου των Τούρκων για εξόντωση των Ελλήνων του Αϊδινίου.
Αυτό αναφερόταν σε δύο έγγραφα που παρέδωσε ένας Μουσουλμάνος Βόσνιος (;) , αξιωματικός της Χωροφυλακής, ο Κουλένοβιτς στους Αγγλογάλλους . Σύμφωνα με αυτά, κάθε Τούρκος όφειλε να σκοτώσει 4-5 Έλληνες έφεραν δε τη σφραγίδα του Βαλή Σμύρνης, του διαβόητου Νουρεντίν πασά. Σύμφωνα πάλι με τα ίδια έγγραφα, ο Ιταλός πρόξενος στη Σμύρνη Manfredi υποδούλιζε τις ενέργειες του Νουρεντίν! Οι Αγγλογάλλοι έστειλαν πλοία στη Σμύρνη και ο Βενιζέλος διαμαρτυρήθηκε έντονα για πιθανή εξόντωση των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Σήμερα πάντως αμφισβητείται η γνησιότητα των εγγράφων και θεωρείται ότι υπήρχε “ανάμειξη” του Βενιζέλου σε αυτά…Τον Απρίλιο, ο Ιταλός πρωθυπουργός Orlando και η αντιπροσωπεία της χώρας του αναχώρησαν απ’ το Παρίσι, οι Σύμμαχοι βρήκαν την ευκαιρία να λύσουν τις εκκρεμότητες που δημιουργούσαν οι Ιταλοί. Στις 22/4, ο Lloyd George υπέβαλε την πρόταση για κατάληψη ζωτικών τμημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από Συμμαχικά στρατεύματα. Ανάμεσά τους και ελληνικά, για προστασία των Ελλήνων της Σμύρνης.

Βρετανοί στρατιωτικοί, ανάμεσά τους και οι Τσόρτσιλ αντέδρασαν, όμως έγινε σαφές ότι η ελληνική αποστολή θα είχε σαφώς προσωρινό χαρακτήρα και θα κάλυπτε μια περιοχή έκτασης 17.000 τ.χλμ. από τη Σμύρνη μέχρι το Αϊβαλί και τμήμα της ενδοχώρας. Κανένας δεν είχε όμως πει στον Βενιζέλο ότι επρόκειτο για οριστική επιδίκαση της περιοχής στην Ελλάδα. Έδωσαν όμως, οι 4 “μεγάλοι” τη συγκατάθεσή τους ότι θα υποστήριζαν τα ελληνικά δίκαια, όταν θα έφτανε η ώρα του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις 24 Απριλίου 1919 επέστρεψαν στο Παρίσι οι Ιταλοί που κατάλαβαν ότι είχαν κάνει λάθος με την αποχώρησή τους. Το ίδιο απόγευμα ο Βενιζέλος συναντήθηκε κρυφά με τους Αγγλογάλλους και τους είπε ότι έχει 15.000 άνδρες, έτοιμους να αποβιβαστούν στη Σμύρνη.
Καθώς δεν πήρε σαφή απάντηση επανέλαβε την πρόταση τρεις μέρες αργότερα με παρουσία στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων. Ο Αμερικανός Στρατηγός Tasker Howard Pliss ζήτησε να ενημερωθούν οι Ιταλοί και οι Τούρκοι. Η πρόταση συνάντησε αντιδράσεις. Ο Βενιζέλος τόνισε ότι ακόμα κι αν αυτό γινόταν έπρεπε να τονιστεί ότι επρόκειτο για Συμμαχικά, όχι αμιγώς ελληνικά στρατεύματα. Οι Ιταλοί ενημερώθηκαν στις 29/4. Ο πολύπειρος Υπουργός Εξωτερικών βαρόνος Sonnino κατάλαβε ότι πλέον επρόκειτο για ειλημμένη απόφαση και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Αρκέστηκε στη διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο για οριστική επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος…Πάντως αρκετοί, όπως ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος θεωρούν ότι η εντολή προς την Ελλάδα, προδίκαζε την παραχώρηση τμήματος της Μικράς Ασίας στη χώρα μας, αργότερα
Η… μυστική αποστολή, η άφιξη στη Σμύρνη και τα πρώτα επεισόδια…
Μεταξύ 24 και 29 Απριλίου 1919 συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι των Ελευθερών της Καβάλας οι άνδρες της Ι Μεραρχίας (4ο και 5ο Σύνταγμα Πεζικού και το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων). Απέπλευσαν το απόγευμα της 30/4. Επέβαιναν σε 18 οπλιταγωγά, τα οποία συνοδεύονταν από 4 αντιτορπιλικά. Μόνο η ηγεσία της Ι Μεραρχίας γνώριζε ότι θα μετέβαιναν στη Σμύρνη. Όλοι πίστευαν ότι πήγαιναν στη νότια Ρωσία. Τότε, στη Σμύρνη βρισκόταν μια τουρκική στρατιωτική δύναμη 3.000 ανδρών που είχαν καταλύσει σε στρατώνες, κοντά στο Διοικητήριο της πόλης στο νότιο τμήμα της προκυμαίας.
Το πρωί της 1/14 Μαΐου, ο Βρετανός Ναύαρχος Calthorpe έδωσε στον βαλή της Σμύρνης, διακοίνωση του Ανώτατου Διασυμμαχικού Συμβουλίου για τη στρατιωτική κατάληψη της πόλης. Του ζήτησε επίσης την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στους στρατώνες τους, όλη την επόμενη μέρα. Το βράδυ όμως, πολλοί Τούρκοι συγκεντρώθηκαν κοντά στο εβραϊκό νεκροταφείο χτυπώντας τύμπανα και ανάβοντας φωτιές. Οι Τούρκοι και ορισμένοι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για ειρηνική διαμαρτυρία, όμως οι Έλληνες κατάλαβαν ότι επρόκειτο για απόπειρα στρατολόγησης ανδρών ενόψει της ελληνικής απόβασης το επόμενο πρωί.

Στις 2/15 Μαΐου 1919 τα ελληνικά στρατεύματα έφτασαν μπροστά στη Σμύρνη. Επρόκειτο για μια μεγάλη στιγμή της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στις 7.30 π.μ. άρχισε η αποβίβασή τους. Το 4ο Σ.Π. κατευθύνθηκε προς τα όρια της ελληνικής και της τουρκικής συνοικίας, ενώ το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων προς την αποβάθρα της Λέσχης των Κυνηγών. Οι Έλληνες τους επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, ραίνοντας τους με λουλούδια και στεφανώνοντάς τους με δάφνινα στεφάνια.
Ξαφνικά, η εμπροσθοφυλακή δέχτηκε καταιγισμό σφαιρών προερχόμενων από το Διοικητήριο. Αμέσως, οι άνδρες ακροβολίστηκαν για να αντιμετωπίσουν την απρόκλητη επίθεση. Μετά το αρχικό σοκ μπήκαν στο Διοικητήριο και εξουδετέρωσαν τους εχθρούς. 2 Εύζωνοι σκοτώθηκαν και 8 τραυματίστηκαν. Ανεξακρίβωτος ήταν ο αριθμός θυμάτων μεταξύ των γυναικόπαιδων. Τα έκτροπα συνεχίστηκαν στη διάρκεια της ημέρας. Σκοτώθηκαν 100 Έλληνες και 300-400 Τούρκοι. Τα γεγονότα αυτά αμαύρωσαν το χαρμόσυνο γεγονός της άφιξης των ελληνικών δυνάμεων και ήταν ένα κακό προμήνυμα για όσα ακολούθησαν…

Πηγές: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τ. ΙΕ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΡ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού» (1833 – 1949)», ΤΟΜΟΣ ΙΙ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΟΥΣΣΟΥ, «ΝΕΩΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», 1926-1974», ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ
Πηγή www.protothema.gr
















Add Comment