Η σκηνοθετική ματιά, πιστή στο σύμπαν του Ευγένιου Ιονέσκο, επιλέγει να απογυμνώσει το έργο από κάθε ρεαλιστικό στήριγμα και να το μετατρέψει σε ένα ασφυκτικό πεδίο ύπαρξης. Ο χώρος λειτουργεί εύστοχα ως κλειστό σύστημα – ένα διαμέρισμα-κέλυφος που πάλλεται ανάμεσα σε καταφύγιο και παγίδα, ενώ ο ρυθμός της παράστασης χτίζει μεθοδικά την αίσθηση φθοράς και αναπόφευκτης εξάντλησης. Η σκηνοθεσία δεν φοβάται τη σιωπή ούτε την επανάληψη· αντίθετα, τις αξιοποιεί ως δραματουργικά εργαλεία που εντείνουν το υπαρξιακό αδιέξοδο.
Οι ερμηνείες των δύο ηθοποιών κινούνται με ακρίβεια πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. Με σωματικότητα σχεδόν ενστικτώδη και λόγο που σταδιακά αποδομείται, αποδίδουν πειστικά την αποσύνθεση όχι μόνο της σχέσης αλλά και της ίδιας της γλώσσας. Η μεταξύ τους χημεία θυμίζει ένα ιδιότυπο «χορό φθοράς», όπου η ένταση δεν εκρήγνυται, αλλά σιγοκαίει — και αυτό τελικά είναι που πληγώνει περισσότερο.
Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση που δεν επιδιώκει να εξηγήσει, αλλά να εγκλωβίσει τον θεατή μέσα στο ίδιο της το σύμπαν — κι εκεί, μέσα στο παράλογο, να τον αναγκάσει να αναγνωρίσει κάτι ανησυχητικά οικείο.



















Add Comment