“Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν” του Ανέστη Αζά, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Προσκήνιο.
Πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη και εξομολογητική παράσταση, που δεν αφηγείται απλώς ιστορίες για πατέρες — ξετυλίγει το αόρατο νήμα που ενώνει γενιές αντρών, σιωπών και ανεκπλήρωτων προσδοκιών. Η σκηνή μετατρέπεται σε τόπο μνήμης: άλλοτε τρυφερό, άλλοτε άβολο, συχνά οδυνηρά οικείο, σαν ένα παλιό οικογενειακό δωμάτιο που ανοίγει μετά από χρόνια.
Η δύναμή της βρίσκεται στην αυθεντικότητα. Μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και στοιχεία μυθοπλασίας δημιουργείται ένα μωσαϊκό εμπειριών όπου σχεδόν κάθε θεατής μπορεί να αναγνωρίσει ένα κομμάτι της δικής του ιστορίας — μια σιωπή που κληρονόμησε, μια αγάπη που δεν εκφράστηκε, έναν θυμό που πέρασε από γενιά σε γενιά.
Η σκηνοθεσία του Αζά είναι λιτή και ουσιαστική, σχεδόν αόρατη. Δεν επιδιώκει εντυπωσιασμούς, αλλά χτίζει έναν χώρο εμπιστοσύνης όπου οι ιστορίες αναδύονται φυσικά, με ρυθμό που κυμαίνεται ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση χωρίς μελοδραματισμούς. Σαν να αφήνει τους ηθοποιούς να περπατήσουν μόνοι τους μέσα στη μνήμη, κρατώντας απλώς ένα διακριτικό φως για να μη χαθούν.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η ζωντανή μουσική, το τραγούδι και ο χορός, που παρεμβάλλονται σαν ανάσες μέσα στη συναισθηματική πυκνότητα της παράστασης. Εκεί όπου η συγκίνηση ή η αμηχανία κορυφώνεται, η μουσική λειτουργεί λυτρωτικά — αποφορτίζει, μετατοπίζει, επιτρέπει στο κοινό να ξαναβρεί έδαφος. Δεν διακόπτει τη ροή· τη μετασχηματίζει, μετατρέποντας τη βαριά μνήμη σε κοινή εμπειρία, σχεδόν τελετουργική.
Οι ερμηνείες αποτελούν την καρδιά της παράστασης. Οι ηθοποιοί δεν «παίζουν» ρόλους όσο μοιράζονται βιώματα, με αφοπλιστική απλότητα και ευαισθησία. Ως σύνολο λειτουργούν σαν ένας σύγχρονος χορός: διαφορετικές φωνές που συνθέτουν μια κοινή εμπειρία για την ανδρική ταυτότητα, την πατρότητα και το βάρος της κληρονομιάς. Η ειλικρίνεια τους είναι αυτή που συγκινεί — όχι η θεατρική υπερβολή.
Η παράσταση δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε επιχειρεί να δικάσει την προηγούμενη γενιά. Αντίθετα, φωτίζει με κατανόηση το πώς οι άντρες έμαθαν να είναι άντρες — και πόσο δύσκολο υπήρξε αυτό τόσο για τους ίδιους όσο και για τα παιδιά τους.
Συγκινητική χωρίς να γίνεται γλυκερή, στοχαστική χωρίς διδακτισμό, αφήνει μέσα σου μια ήσυχη δόνηση. Σαν να άνοιξε ένα παλιό συρτάρι μνήμης και να το έκλεισε απαλά, χωρίς να βάλει τίποτα στη θέση του — μόνο για να θυμηθείς ότι υπάρχει.
Φεύγοντας, δεν νιώθεις ότι παρακολούθησες απλώς μια παράσταση· νιώθεις ότι κάποιος σου εμπιστεύτηκε μια ιστορία που συνεχίζει να αντηχεί μέσα σου, πολύ μετά το τελευταίο χειροκρότημα.

















Add Comment