Η κωμωδία «Εσύ κι εγώ κι ο Φεϊντώ» δεν ξεκινά με πόρτες που ανοιγοκλείνουν· ξεκινά με μια διάθεση παιχνιδιού. Ένα θεατρικό παιχνίδι που στήνεται με αγάπη για την παράδοση της φάρσας και με τόλμη να τη φέρει στο σήμερα. Ο Δημήτρης Αλεξίου συνομιλεί ανοιχτά με τον Georges Feydeau, όχι για να τον αντιγράψει, αλλά για να του κλείσει το μάτι — και μαζί να κλείσει το μάτι και σε εμάς.
Η παράσταση κινείται πάνω στον γνώριμο, απολαυστικό καμβά των παρεξηγήσεων, των εξωσυζυγικών μπερδεμάτων και των «επιστημονικών» ακροβασιών — εκεί όπου μια λάθος πληροφορία γίνεται ντόμινο αποκαλύψεων. Όμως πίσω από την επιφάνεια του γέλιου κρύβεται μια καθαρή πρόθεση: να μιλήσει για την ανάγκη αλήθειας και ασφάλειας μέσα στον μικρόκοσμο των σχέσεων, σε έναν κόσμο που έξω παραμένει χαοτικός.
Ο πολυπληθής θίασος λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Οι ερμηνείες βασίζονται στον ρυθμό, στην ακρίβεια της ατάκας και στη σωματικότητα — στοιχεία απαραίτητα για να πετύχει η φάρσα χωρίς να ξεχειλώσει. Το γκροτέσκο αγγίζεται αλλά δεν εκτροχιάζεται· οι χαρακτήρες παραμένουν ανθρώπινοι, με ανασφάλειες και μικρές ενοχές που αναγνωρίζουμε και γελάμε γιατί, κάπου, μας μοιάζουν.
Πρόκειται για μια κωμωδία που δεν διεκδικεί βαρύγδουπα κοινωνικά μανιφέστα· επιλέγει τη λύτρωση του γέλιου. Κι αυτό από μόνο του, σε καιρούς έντασης, είναι πράξη ουσιαστική. Γιατί όταν η φάρσα γίνεται καθρέφτης, τότε το γέλιο παύει να είναι επιπόλαιο — γίνεται ανακουφιστικό και, τελικά, αναγκαίο.



















Add Comment