Το «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος – Φωνή ἐν τῇ ἐρήμῳ» της Ευτυχία Κ. Αργυροπούλου, στο Θέατρο ΜΙΚΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ, δεν είναι απλώς μια παράσταση· είναι σχεδόν λειτουργία. Μια τελετουργία όπου το θέατρο συναντά τη σιωπή της προσευχής και την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο αναπόφευκτο.
Στο κέντρο στέκει ο Σταύρος Βόλκος ως Ιωάννης — λιτός, αυστηρός, σχεδόν ασκητικός. Η ερμηνεία του δεν επιδιώκει εξάρσεις αλλά βάθος: μια εσωτερική φλόγα που καίει χωρίς θόρυβο. Με βλέμμα που μοιάζει να κοιτά πέρα από τον κόσμο, αποδίδει έναν άνθρωπο που έχει ήδη αποχαιρετήσει τη γη, πριν ακόμη έρθει το τέλος.
Απέναντί του, ο Χρήστος Κάλλοου ως Ηρώδης Αντίπας δίνει έναν άρχοντα ραγισμένο από φόβο και ενοχή. Δεν είναι ο κλασικός «τύραννος», αλλά ένας άνθρωπος που πνίγεται από τις ίδιες του τις αποφάσεις — κι αυτό τον κάνει τραγικό, σχεδόν αξιολύπητο.
Η Γωγώ Φάκου Θεοδωράκη ως Ηρωδιάδα φέρνει στη σκηνή την παγερή λάμψη της εξουσίας. Σκληρή, αμετακίνητη, με λόγο που κόβει σαν λεπίδα, γίνεται η κινητήρια δύναμη της καταστροφής — όχι με κραυγές, αλλά με την αλαζονεία εκείνου που πιστεύει πως δεν θα κριθεί ποτέ.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η Σαλώμη της Ιωάννα Μαρμάρου: όχι απλώς πειρασμός ή όργανο, αλλά ένα πλάσμα διχασμένο ανάμεσα στην επιθυμία και στην αφύπνιση. Η ερμηνεία της αφήνει να φανεί η τραγικότητα ενός νέου ανθρώπου που καταλαβαίνει — πολύ αργά — το βάρος των πράξεών του.
Ο Σπύρος Σουρβίνος ως Ρωμαίος φύλακας και η ίδια η Ευτυχία Κ. Αργυροπούλου στον ρόλο της Μάρθας λειτουργούν σαν ανθρώπινοι μάρτυρες της ιστορίας: πρόσωπα που γειώνουν το δράμα, φέρνοντας τη φωνή των «απλών» ανθρώπων μέσα σε μια σύγκρουση κοσμική και μεταφυσική μαζί.
Η σκηνοθεσία των Μενέλαος Β. Τζαβέλλας και Ευτυχίας Αργυροπούλου κινείται με σεβασμό αλλά όχι ακινησία. Αποφεύγει τον στόμφο και επιλέγει μια λιτή, σχεδόν εικονογραφική αισθητική: σαν βυζαντινή τοιχογραφία που ξαφνικά ζωντανεύει. Το βάρος πέφτει στον λόγο, στο βλέμμα, στη σιωπή — εκεί όπου γεννιέται η αληθινή ένταση.
Το ποιητικό κείμενο, με ρίζες στην εκκλησιαστική γλώσσα και τη θρησκευτική ποίηση, χαρίζει στην παράσταση μια μουσικότητα που άλλοτε υψώνει κι άλλοτε βαραίνει την ατμόσφαιρα σαν θυμίαμα.
Συνολικά, πρόκειται για μια παράσταση σκοτεινή αλλά φωτεινή στον πυρήνα της — σαν κερί που καίγεται μέσα σε πέτρινο κελί.
Δεν προσφέρει εύκολη συγκίνηση ούτε θεαματικές κορυφώσεις· προσφέρει κάτι πιο σπάνιο: την αίσθηση ότι για λίγο η σκηνή έγινε τόπος μαρτυρίας.
Ένα έργο που δεν σε χειροκροτεί — σε κοιτά. Και περιμένει να δει αν θα αντέξεις να το κοιτάξεις πίσω.





















Add Comment